της Ιωάννας Χριστοδούλου.

 

ioanna-cΣε σχέση με τους δεινόσαυρους των εντύπων θεωρούμαι ‘νεαρή παρουσία’, μόλις δεκατρία χρόνια στο χώρο. Δεν ήμουν η γενιά που άρχισε απ’ τη σελίδα των φαρμακείων. Δεν πρόλαβα την γραφομηχανή. Δεν είδα, δεν ξέρω, πως είναι να δημοσιεύονται φωτογραφίες χωρίς επεξεργασία. Ούτε γνωρίζω τι εστί ‘βάρδια’. Μόνο το dial up πρόλαβα κι αυτό, σημείο αναφοράς με άλλους συναδέλφους, επειδή υπήρξαμε η πρώτη γενιά συντακτών – hardcore users του διαδικτύου. Είμαστε εμείς που μας πλήρωναν για να αποθεώνουμε γκόμενες στα κοσμικά, που περνούσαμε τα πρωινά μας μες τις ‘επώνυμες γκαρνταρόμπες’ και μετά στο Pralina, για συνέντευξη με πολιτικούς, να τους ρωτάμε τι μουσική ακούνε και τι κολόνια φοράνε. Που μοντάραμε 350 λέξεις για να περιγράψουμε την τσάντα-αντικείμενο πόθου του μήνα. Έτσι είχαν οι εποχές. Αυτά ήθελε να διαβάζει ο κόσμος, αυτά κάναμε. Κι ύστερα γέμιζε το γραφείο μας με προσκλήσεις για πάρτι, δωρεάν διαμονές σε ξενοδοχεία, πληρωμένα ταξίδια και δωρεάν καλλυντικά. Στην ερώτηση «Τι δουλειά κάνετε;», την οποία ακολουθούσε η ερώτηση «Με ποιο ρεπορτάζ ασχολείστε;», χαζογελούσαμε, σκεπτόμενοι πως το επόμενό μας άρθρο θα είχε τίτλο «What Women Want». Και μετά, ακόμα ένα διήμερο για δωρεάν μασάζ. Ακόμα ένα γεύμα που θα εξαργυρωνόταν με 500 λέξεις και τα εύσημα στον σεφ. Ήμαστε η γενιά του Τύπου που κορόιδευαν οι μεγαλύτεροι, γιατί κάναμε την πλάκα μας, πληρωνόμασταν καλά, τα αρπάζαμε κι απ’ αλλού για να γράψουμε τρεις γραμμές για διαφημιστικές εταιρίες και γενικότερα κωλοβαρούσαμε χωρίς να νοιαζόμαστε τι συνέβαινε γύρω μας. Ζήσαμε ένα δεκάχρονο πάρτι, όπου γινόμασταν -όλοι και όλες- κουκλίτσες για να πάμε δουλειά, σχολνούσαμε νωρίς, συνεχίζαμε με καφέ, ποτό και ξενύχτι για να επιστρέψουμε με hangover την επομένη στο γραφείο. Που πιανόμασταν για ανοησίες, που κάναμε φιλίες που κράτησαν, και άλλες που δεν τα κατάφεραν, που είχαμε τάχα μου κι ‘εχθρούς’. Μια δεκαετία και κάτι μετά, τώρα που φαίνονται όλα τόσο ανόητα και επιφανειακά, σε αντίθεση με την εποχή που εκτυλίσσονταν, απλά σιωπούμε. Κάθε φορά που ένας συνάδελφος μένει χωρίς δουλειά, κάθε φορά που ένα έντυπο κλείνει και κάθε φορά που θυμόμαστε τι σπουδάσαμε και που αυτό καμία σχέση δεν έχει με το μέχρι στιγμής βιογραφικό μας. Μπορεί όλα αυτά να μην αφορούν σε παρά μόνο μια χούφτα ανθρώπων, αλλά σίγουρα φωτογραφίζουν τον τρόπο που οι πλείστοι από μας ζούσαμε τις δυο περασμένες δεκαετίες. Το πάρτι μάλλον έχει τελειώσει. Μέχρι να ξαναρχίσει. Με νέους κανόνες και νέα φόρμα, που να αρμόζει στη νέα εποχή. Και την γενιά συντακτών του dial-up να βγαίνει συνειδητοποιημένη απ’ την φούσκα της, γιατί ξέρει, πλέον, πως ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται να διαβάσει ούτε για τη ζωή, ούτε για την λάμψη των άλλων. Ο καθένας ψάχνει τη δική του λάμψη σήμερα. Και επαναπροσδιορίζεται.

 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα CITY FREE PRESS στις 08 Φεβρουαρίου, 2013.

 

Γνωρίστε τη συγγραφέα

Η Ιωάννα Χριστοδούλου είναι δημοσιογράφος. Έχει εργαστεί ως μόνιμη συντάκτης στις Ειδικές Εκδόσεις [2001-2006], στον Φιλελεύθερο [2006-2010] και ως συνεργάτης-δημοσιογράφος στον Εκδοτικό Οίκο Δίας [2010-σήμερα]. Συνεργαζόταν παράλληλα με διαφημιστικές εταιρίες ως copywriter. Τον Ιούνιο του 2010, μαζί με τον Νικόλα Κυριάκου δημιούργησαν την εκδοτική εταιρία a bookworm publication που ασχολείται με προσεγμένες και περιποιημένες εκδόσεις. Είναι εθισμένη στο Twitter (@c_ioanna) και θεωρεί επίτευγμα το ότι είναι πλέον σε θέση να τηγανίζει πατάτες και να μην κολλάνε στο τηγάνι.